Κορονοϊός: Πότε πρέπει να εμβολιαστεί η έγκυος για να είναι προστατευμένη η ίδια και το έμβρυο


Οι έγκυοι που έλαβαν ένα από τα mRNA εμβόλια για την COVID-19 εμφάνισαν δεκαπλάσια επίπεδα αντισωμάτων σε σύγκριση με όσες νόσησαν από τον SARS-CoV-2.

Αντίστοιχα ήταν τα ευρήματα και σε ό,τι αφορούσε τα μωρά που έφεραν στον κόσμο οι εμβολιασμένες γυναίκες, σύμφωνα με τη μελέτη ερευνητών του Νοσοκομείου Παίδων της Φιλαδέλφειας στις ΗΠΑ (CHOP) και του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια.

Από την έρευνα προέκυψε επίσης ότι η χρονική στιγμή του εμβολιασμού έπαιζε σημαντικό ρόλο στο να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή μεταφορά αντισωμάτων από τη γυναίκα στο μωρό της.

Αντισώματα ανιχνεύονταν περίπου 15 ημέρες μετά την πρώτη δόση εμβολίου και τα επίπεδά τους αυξάνονταν για αρκετές εβδομάδες μετά.

«Με δεδομένο ότι η εγκυμοσύνη αποτελεί παράγοντα κινδύνου για σοβαρή COVID-19, η νέα μελέτη μαρτυρεί ότι οι έγκυοι πρέπει να θέσουν ως προτεραιότητα τον εμβολιασμό τους προκειμένου να προστατεύσουν τους εαυτούς τους και τα μωρά τους» ανέφερε ο πρώτος συγγραφέας της μελέτης Ντάστιν Φλάνερι, νεογνολόγος στο CHOP και επίκουρος καθηγητής Παιδιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια.

Προκειμένου να συγκρίνουν την αντισωματική απόκριση των εγκύων που είχαν εμβολιαστεί σε σύγκριση με εκείνη των εγκύων που είχαν νοσήσει από COVID-19, οι ερευνητές επικεντρώθηκαν σε μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο: Μελέτησαν γυναίκες που γέννησαν στο Νοσοκομείο της Πενσιλβάνια μεταξύ 9 Αυγούστου του 2020 και 25 Απριλίου του 2021.

Σημειώνεται ότι τα εμβόλια για την COVID-19 δεν ήταν ευρέως διαθέσιμα μέχρι τον Δεκέμβριο του 2020, ενώ οι ενισχυτικές δόσεις δεν ήταν διαθέσιμες μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2021.

Στοχεύοντας σε μια περίοδο της πανδημίας που αφορούσε την εισαγωγή των πρώτων εμβολίων στον πληθυσμό, μπορούσαν ευκολότερα να εντοπίσουν την προέλευση των αντισωμάτων των ασθενών.

Οι ειδικοί του CHOP σε συνεργασία με το εργαστήριο του Δρος Σκοτ Χένσλι από το Τμήμα Μικροβιολογίας του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια ανέλυσαν ορό από το αίμα ομφαλίου λώρου που ελήφθη από 585 εγκύους που είχαν ανιχνεύσιμα επίπεδα αντισωμάτων στον SARS-CoV-2. Από το σύνολο των εγκύων, 169 είχαν εμβολιαστεί αλλά δεν είχαν μολυνθεί και 408 είχαν μολυνθεί αλλά δεν είχαν εμβολιαστεί. Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι τα επίπεδα αντισωμάτων στις γυναίκες που είχαν εμβολιαστεί ήταν σχεδόν 10 φορές υψηλότερα από εκείνα των γυναικών που είχαν μολυνθεί.

Παράλληλα οι επιστήμονες ανίχνευσαν IgG αντισώματα στον SARS-CoV-2 στο αίμα του ομφαλίου λώρου ποσοστού μεγαλύτερου του 95% των νεογέννητων (557 από τα 585) της μελέτης. Από τα νεογέννητα με ανιχνεύσιμα επίπεδα αντισωμάτων, τα αντισώματα ήταν 10 φορές υψηλότερα στα βρέφη των εμβολιασμένων μητέρων σε σύγκριση με τα βρέφη των μητέρων που είχαν νοσήσει.

Παρατηρήθηκε ωστόσο, ότι η αναλογία μεταφοράς των αντισωμάτων – το πόσο δηλαδή τα επίπεδα αντισωμάτων στο αίμα του ομφαλίου λώρου βρίσκονταν σε αντιστοιχία με τα επίπεδα αντισωμάτων της μητέρας – ήταν ελαφρώς μικρότερη στην ομάδα των εμβολιασμένων γυναικών σε σύγκριση με την ομάδα των εγκύων που είχαν νοσήσει.

Οι επιστήμονες εξέτασαν διαφορετικούς παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάζουν τη διαδικασία μεταφοράς αντισωμάτων, όπως το αν το βρέφος ήταν πρόωρο ή τελειόμηνο καθώς και αν η μητέρα του είχε προβλήματα υγείας όπως η υπέρταση, ο διαβήτης και η παχυσαρκία.

«Η μελέτη μας έδειξε ότι το πόσο απείχε χρονικά ο εμβολιασμός ή η νόσηση από τη γέννα ήταν ο σημαντικότερος παράγοντας που επιδρούσε στη διαδικασία μεταφοράς αντισωμάτων από τη γυναίκα στο μωρό της. Τα ευρήματα αυτά μπορούν να δείξουν ποια είναι η καλύτερη στρατηγική εμβολιασμού για την COVID-19 που πρέπει να ακολουθείται στην εγκυμοσύνη» ανέφερε η κύρια συγγραφέας της μελέτης Κάρεν Πουόπολο, νεογνολόγος στο Νοσοκομείο Παίδων της Φιλαδέλφειας και επικεφαλής της Μονάδας Νεογνολογίας στο Νοσοκομείο της Πενσιλβάνια και κατέληξε:

«Οι έγκυοι πρέπει να εμβολιάζονται αρκετό καιρό πριν από την πιθανή ημερομηνία τοκετού ώστε τόσο οι ίδιες όσο και τα μωρά τους να ωφελούνται από μια ισχυρή ανοσολογική απόκριση ενάντια στην COVID-19».

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στην επιθεώρηση JAMA Network Open.

Πηγή: onmed.gr